Ιστορία Κρήτης

Νεολιθική περίοδος [Επεξεργασία]

Η καταγεγραμμένη ιστορία του νησιού ξεκινά κατά τη Νεολιθική περίοδο, κοντά στο 7000 π.Χ.[εκκρεμεί παραπομπή]. Οι πρώτοι κάτοικοι φέρονται να έφθασαν στην Κρήτη από τη Μικρά Ασία ή τη Βόρεια Αφρική[εκκρεμεί παραπομπή] και να αναπτύχθηκαν αργά για τα επόμενα 3.000 χρόνια. Αρχικά καλλιέργησαν τη γη με πρωτόγονες μεθόδους, έμαθαν την εκτροφή των ζώων και σχηματίστηκαν οι πρώτοι οικισμοί. Ο πληθυσμός κατοικούσε σε λίθινα σπίτια και σπανιότερα σε σπηλιές, όπως μαρτυρούν ευρήματα στα σπήλαια της Ειλείθυιας, του Στραβομύτη, του Ελληνοσπήλαιου κ.ά όπου έχουν βρεθεί όπλα, εργαλεία, αγγεία, λεπίδες και κοκκάλινοι ή λίθινοι πέλεκεις, όπως και αντικείμενα θρησκευτικής λατρείας αφιερωμένα στη θεά της γονιμότητας. Το νησί απομονωμένο, λόγω της φύσης της νεολιθικής οικονομίας, βασιζόταν στην αυτάρκεια και επιβίωνε χάρη στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Με την πάροδο του χρόνου, η σχετικά πρωτόγονη αγγειοπλαστική εξελίχθηκε με τη χρήση της φωτιάς και βελτιώθηκε καλλιτεχνικά.[5]. Κατάλοιπα της συγκεκριμένης περιόδου έχουν ανεβρεθεί στη Φαιστό, στην Κνωσό και στη Σητεία.

Προανακτορική περίοδος [Επεξεργασία]

Σύμφωνα με τον Άγγλο αρχαιολόγο Έβανς, γύρω στο 2600 π.Χ δύο φυλετικά στοιχεία εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Κρήτης: Ένα πρωτολιβυκό προερχόμενο από την Αίγυπτο και ένα από τη Μικρά Ασία. Οι Κρήτες, αρχικά, διατήρησαν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, γρήγορα όμως αφομοιώθηκαν με τα δύο νέα φύλα, όπως μαρτυρούν τα σχετικά ευρήματα. Με τη διάδοση της χρήσης του χαλκού αυξάνεται ο πληθυσμός του νησιού και αρχίζουν, γύρω στο 2000 π.Χ., οι πρώτες εμπορικές επαφές με τις γειτονικές περιοχές των Κυκλάδων, της Μικράς Ασίας και της Αιγύπτου, οι οποίες ευνοήθηκαν από την καίρια γεωγραφική θέση του νησιού και έθεσαν έτσι τις βάσεις της δημιουργίας του λαμπρού μετέπειτα Μινωϊκού πολιτισμού. Τα πρώτα αστικά κέντρα του νησιού σχηματίζονται κατά το 2000 π.Χ. γύρω από τα παλάτια των τοπικών αρχόντων στο κέντρο των διάφορων αγροτικών κοινωνιών και ο πλούτος ορίζεται από τα γεωργικά πλεονάσματα. Αυτού του είδους η κοινωνική οργάνωση διήρκεσε για μια περίοδο 600-700 χρόνων και ήκμασε κατά τη διάρκεια του Μινωϊκού πολιτισμού, στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας προ Χριστού.

Ανακτορικές περιόδοι και Μινωϊκός πολιτισμός [Επεξεργασία]

Κύριο λήμμα: Μινωικός πολιτισμός
alt
alt
Ο δίσκος της Φαιστού

Κατά το 1900 π.Χ. χτίζονται στην Κρήτη τα πρώτα ανάκτορα, επακόλουθο της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης του νησιού. Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ανασκαφές, εκείνη την εποχή δημιουργούνται τα ανάκτορα της Κνωσού, της Φαιστού, τωνΜαλίων και της Κάτω Ζάκρου. Σημαντικό εύρημα της Παλαιοανακτορικής περιόδου θεωρείται ο δίσκος της Φαιστού (1700-1600 π.Χ.). Το τέλος της Παλαιοανακτορικής περιόδου θεωρείται πως επέφερε ο μεγάλος σεισμός του 1700 π.Χ. που προκάλεσε την καταστροφή των περισσότερων ανακτόρων.

Με την ανοικοδόμηση των ανακτόρων εγκαινιάζεται η Νεοανακτορική εποχή που θεωρείται ως η περίοδος της ακμής του Μινωϊκού πολιτισμού, κέντρο του οποίου ήταν η Κνωσσός, 10 χλμ νότια του Ηρακλείου. Η Κνωσός βασίλευσε στην Κρήτη απόλυτα χωρίς κίνδυνο εσωτερικών ή εξωτερικών εισβολών, όπως καταμαρτυρά η παντελής έλλειψη οχυρωματικών έργων γύρω από το ανάκτορο. Τα παλάτια της Ζάκρου, των Μαλίων, της Φαιστού κ.α. ιδρύθηκαν ως τοπικά διοικητικά κέντρα και χρησιμοποιήθηκαν στον έλεγχο του εμπορίου μεταξύ Κνωσού και Κύπρου, ηπειρωτικής Ελλάδας και με τους υπόλοιπους εμπορικούς εταίρους. Τα αρχαιολογικά ευρήματα της συγκεκριμένης εποχής μας φανερώνουν πολλές πτυχές της οργάνωσης, της οικονομίας και της καθημερινότητας του νησιού, που διέφερε από πόλη σε πόλη. Κύρια ενασχόληση των κατοίκων αποτελούσε πρωτίστως η ναυτιλία και το εμπόριο, ενώ σε δεύτερη μοίρα πλέον είχαν περάσει η γεωργία, η κτηνοτροφία, η υφαντική και η κεραμική. Το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής κίνησης της Κρήτης συγκεντρωνόταν στα λιμάνια της Αγίας Τριάδας, των Μαλίων, της Φαιστού και της Αμνισού και τα προϊόντα μεταφέρονταν στο εσωτερικό της μέσω του πολύ καλά οργανωμένου οδικού δικτύου της εποχής.

Παλαιότερα πιστευόταν πως ο Μινωικός πολιτισμός έφτασε απρόοπτα στο τέλος του με την τελευταία μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας (Σαντορίνης). Η υπόθεση διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Έλληνα αρχαιολόγο Σπύρο Μαρινάτο στη δεκαετία του 1930. Ο Μαρινάτος υποστήριξε ότι η καταστροφή της Κνωσσού και της Φαιστού προκλήθηκε από πελώρια παλιρροϊκά κύματα και νέφη στάχτης που αποδυνάμωσαν σημαντικά την εσωτερική και εξωτερική οικονομία του νησιού. Η υπόθεση αυτή δεν είναι πια αποδεκτή σήμερα[6].

Αχαιοί [Επεξεργασία]

Πρώτοι οι Αχαιοί καταλαμβάνουν την Κνωσό εδραιώνοντας την κυριαρχία τους και ο ισχυρός σεισμός του 1380 π.Χ. εξαφανίζει, μαζί με το ανάκτορο της Κνωσού, τα τελευταία δείγματα Μινωικού πολιτισμού[εκκρεμεί παραπομπή]. Κατά το 1200 π.Χ., οι πηγές αναφέρουν ότι η Κρήτη διέθετε ισχυρό στόλο, ο οποίος λίμναζε και πραγματοποιούσε πειρατικές επιδρομές στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου[εκκρεμεί παραπομπή]. Παράλληλα η Κρήτη συμμετέχει στον Τρωικό Πόλεμο, με αρχηγό το βασιλιά Ιδομενέα, γιο του Δευκαλίωνα κι εγγονό του βασιλιά Μίνωα.

Δωριείς [Επεξεργασία]

Τον 10ο π.Χ. αιώνα, στην Κρήτη καταφθάνουν οι Δωριείς και εγκαθίστανται στις σημαντικότερες πόλεις του νησιού (Κνωσό, Φαιστό, Γόρτυνα, Τύλισο, Χερσόνησο, Κυδωνία κ.α.). Οι αυτόχθονες, γνωστοί και ως Ετεοκρήτες καταφεύγουν στις δυσπρόσιτες περιοχές της κεντρικής και ανατολικής Κρήτης, ενώ οι νέοι κάτοικοι εισάγουν στο νησί σειρά καινούργιων εθίμων (κάψιμο των νεκρών κ.ά) και νέων παραγωγικών μεθόδων, όπως η γενικευμένη χρήση του σιδήρου, ο οποίος πλέον χρησιμοποιείται, εκτός από την κατασκευή όπλων, και στην κατασκευή εργαλείων και διακοσμητικών αντικειμένων.

Με την επικράτηση των Δωριέων στην Κρήτη, θα κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή της Κρήτης η ολιγαρχία[εκκρεμεί παραπομπή] και η τοπική κρητική κοινωνία θα αρχίσει να εμφανίζει σαφείς ομοιότητες με τη σπαρτιατική. Πάνω από 100 πόλεις-κράτη δημιουργούνται, με σημαντικότερες εκείνες της Γόρτυνος, της Φαιστού, της Κνωσού, της Ιεράπυτνας(σημερινή Ιεράπετρα) και της Κυδωνίας. Οι κοινωνικές ομάδες θα διαιρεθούν σε τέσσερις κατηγορίες: στους Δωριείς, στους Περίοικους, στους Μινωίτες[ασαφές] και στους Αφαμιώτες ή Κλαρώτες (οι δυο τελευταίες περιελάμβαναν δούλους χωρίς πολιτικά δικαιώματα). Κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα παρουσιάζεται άνθηση στην πολιτιστική και καλλιτεχνική δημιουργία της Κρήτης, η οποία όμως θα διαταραχθεί από τις εχθρικές επιδρομές που ακολουθούν.

Κλασική και Ελληνιστική περίοδος [Επεξεργασία]

Καθ' όλη τη διάρκεια της κλασικής περιόδου και ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα οι πόλεις εμπλέκονται σε αλλεπάλληλους πολέμους και προστριβές, οι πόλεις της Κρήτης θα παραμείνουν αμέτοχες, ακόμα και στις δυο μεγάλες συρράξεις της εποχής, τους Περσικούς Πολέμους και τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Κατά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου καλλιεργήθηκε έντονο φιλομακεδονικό ρεύμα στην Κρήτη. Το 216 π.Χ. οι Κρήτες ανακηρύσσουν το Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο Ε' προστάτη του νησιού, ενώ την ίδια εποχή είναι έκδηλη και η επιρροή των Πτολεμαίων. Σε μια προσπάθεια καταπολέμησης του φιλομακεδονικού ρεύματος της Κρήτης, η Σπάρτη έστειλε κατά του νησιού το ναύαρχο Αμφοτερό.

Αργότερα την Κρήτη μαστίζει ο Κρητικός Πόλεμος, ο οποίος έληξε με ήττα των φιλομακεδονικών πόλεων της Ιεράπυτνας και της Ολούντας απο την Κνωσό που συμμάχησε με τηΡόδο και τη Ρώμη. Δέχτηκε επιδρομές από πειρατές της Κιλικίας και το 67 π.Χ., έπειτα από σκληρή διετή αντίσταση, κατελήφθη εξ ολοκλήρου από τους Ρωμαίους, με τελευταία πόλη να υποτάσσεται στις λεγεώνες την Ιεράπυτνα, υπό το πρόσχημα της υποστήριξης στον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη.

Ρωμαιοκρατία [Επεξεργασία]

Με την κατάληψη του νησιού από τους Ρωμαίους ξεκινά μια μακρά περίοδος ειρήνης και ευημερίας στα πλαίσια της οποίας αναπτύχθηκαν εκ νέου οι πόλεις της Κυδωνίας,Κνωσού και Φαιστού. Ως διοικητικό κέντρο του νησιού ορίζεται η Γόρτυνα, η μόνη πόλη που δεν καταστράφηκε από τη ρωμαοκή εισβολή, έχοντας συμμαχήσει με τους κατακτητές. Η παρουσία των Ρωμαίων δεν επηρέασε ουσιαστικά την καθημερινότητα των κατοίκων, οι οποίοι διατήρησαν τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα τους. Παράλληλα, το Κοινόν των Κρητών διατήρησε την ελεύθερη λειτουργία του. Οι Ρωμαίοι κατασκεύασαν σημαντικά δημόσια έργα, λείψανα των οποίων διασώζονται μέχρι σήμερα. Το 58 μ.Χ. η Κρήτη έρχεται σε επαφή με τον Χριστιανισμό χάρη στο μαθητή του Αποστόλου ΠαύλουΤίτο.

Πρωτοβυζαντινή περίοδος [Επεξεργασία]

Με τη διάσπαση του Ρωμαοκου Κράτους σε Ανατολικό και Δυτικό το 395, η Κρήτη περνά στο πρώτο, τη μετέπειτα Βυζαντινή αυτοκρατορία. Κατά τον 5ο αιώνα αρχίζει να εξαπλώνεται στη νήσο ο Χριστιανισμός και η επισκοπή της Κρήτης υπάγεται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και χτίζονται οι πρώτες μεγάλες εκκλησίες, με κυριότερη τη βασιλική του Αγίου Τίτου, που σώζεται μέχρι σήμερα στη Γόρτυνα.

Αραβοκρατία [Επεξεργασία]

Η Κρήτη εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι και το 823, όπου, επί αυτοκράτορα Μιχαήλ Τραυλού, οι Σαρακηνοί της Ισπανίας υπο την αρχηγία του Απόχαψι επέδραμαν με 20 πλοία λεηλατώντας το νησί. Τη σθεναρότερη αντίσταση στους Σαρακηνούς κατακτητές επέδειξε η πρωτεύουσα Γόρτυνα. Το επόμενο έτος, ο Απόχαψις επανέρχεται με 40 πλοία, κατακτά εξ ολοκλήρου το νησί και ως νέα πρωτεύουσα οι Άραβες ορίζουν το νεόκτιστο Χάνδακα. Την κατάληψη της Κρήτης ακολούθησε η άγρια καταδίωξη του χριστιανικού πληθυσμού με αποτέλεσμα σημαντική εθνολογική και θρησκευτική αλλοίωση. Αρκετοί ντόπιοι σφαγιάστηκαν, άλλοι θανατώθηκαν αρνούμενοι να εξισλαμιστούν, άλλοι εξισλαμίστηκαν δια της βίας, ενώ άλλοι κατέφυγαν για να γλιτώσουν στα ορεινά του νησιού. Έπειτα η Κρήτη εποικίστηκε από αρκετούς Άραβες[εκκρεμεί παραπομπή].

Οι Βυζαντινοί επιχείρησαν επανειλημμένα να ανακτήσουν το νησί, το οποίο πλέον είχε μετατραπεί σε ορμητήριο πειρατών και σε σκλαβοπάζαρο, το 825-26, το 902 και το 949 διαδοχικά, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Ανακατάληψη Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά [7] [Επεξεργασία]

Το 960 ο Νικηφόρος Φωκάς επέδραμε κατά της Κρήτης ελευθερώνοντας το νησί, αφού κατάφερε να αλώσει τον Χάνδακα (Ηράκλειο), στον οποίο είχαν κλειστεί οι Άραβες. Περίπου 200.000 Άραβες υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν κατά τις μάχες και την άλωση του Χάνδακα, ενώ άλλοι τόσοι αιχμαλωτίστηκαν[εκκρεμεί παραπομπή]. Καθώς στα 136 χρόνια Αραβοκρατίας ο χριστιανικός πληθυσμός είχε συρρικνωθεί αισθητά και ελήφθησαν σημαντικά μέτρα για την αναζωπύρωσή του: Τα τζαμιά μετατράπηκαν σε εκκλησίες, πλήθος Κρήτες που είχαν εξισλαμισθεί με τη βία εκχριστιανίστηκαν και νέοι πληθυσμοί, Έλληνες ως επί το πλείστον, εγκαταστάθηκαν μαζί με ομάδες Σλάβων και Αρμενίων[εκκρεμεί παραπομπή].

Το 1092, υποκινούμενη από τους Καρύτση και Ραψομμάτη, ξεσπάει εξέγερση στην Κρήτη, η οποία σύντομα κατεστάλη. Έπειτα νέοι άποικοι εμφανίζονται στο νησί, από τους οποίους προέρχονται μετέπειτα αριστοκρατικοί οίκοι του νησιού, όπως οι Φωκάδες, Καλλέργηδες, Μελισσηνοί, Βλαστοί κ.α.

Ενετοκρατία [Επεξεργασία]

alt
alt
Η Κρήτη το 1563. Ναυτικός χάρτης από τον Giorgio Calapoda (Παλάτι των Δόγηδων).
alt
alt
Αρχική διοικητική διαίρεση Κρήτης κατά την Ενετοκρατία
alt
alt
παλιός χάρτης της Κρήτης

Η Βυζαντινή περίοδος έλαβε οριστικά τέλος το 1204, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης στις ορδές των Σταυροφόρων. Αρχικά την Κρήτη κατέλαβαν Γενουάτες, αλλά μετά από πόλεμο που διήρκεσε ως το 1211 το νησί περιέρχεται στουςΕνετούς. Τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο γίνονται ορμητήρια των Ενετών, οι οποίοι χτίζουν οχυρωματικά έργα που διασώζονται μέχρι σήμερα. Πρωτεύουσα του νησιού ήταν τότε το Ηράκλειο, που ονομαζόταν Χάνδακας, από το χαντάκι που περιέβαλλε τα τείχη της πόλης. Κατά τα χρόνια της Ενετοκρατίας σημειώθηκαν δεκάδες επαναστάσεις, με κυριότερες εκείνες των Αργυρόπουλων (1212), των Μελισσηνών (1230), των Χορτάτσηδων και των Καλλέργηδων (1273) και την επανάσταση που σε συνεργασία με τους Βενετούς αποίκους του 1363 που οδήγησε στη δημιουργία του βραχύβιου κράτους της Δημοκρατίας του Αγίου Τίτου.

Οι τελευταίοι δύο αιώνες της βενετικής κατοχής χαρακτηρίζονται ως οι πλέον σκληρότεροι. Εν τούτοις, την ίδια περίοδο, η Κρήτη παρουσιάζει σημαντική πολιτιστική άνθηση. Ιδιαίτερα αναπτύχθηκε η κρητική λογοτεχνία και δημιουργήθηκαν μείζονα, παγκόσμια έργα της νεότερης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, όπως ο Ερωτόκριτος του Βιντσέντζου Κορνάρου και ηΕρωφίλη του Γεώργιου Χορτάτση.

Τουρκοκρατία [Επεξεργασία]

Το 1645, με αφορμή την επίθεση πειρατών σε πλοίο με προσκυνητές, οι Οθωμανοί εκστράτευσαν κατά της Κρήτης. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους κατέλαβαν τα Χανιά και κατά το επόμενο, το Ρέθυμνο. Ύστερα από 21 ετών διαρκή πολιορκία, ο Χάνδακας πέρασε και αυτός υπό οθωμανική κατοχή, το 1669 και το 1715 οι Βενετοί παραχώρησαν στους Τούρκους τα τελευταία φυλάκια που διατηρούσαν στο νησί. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Χριστιανισμός γνώρισε και πάλι απάνθρωπη καταπίεση. Ο Άγγλος περιηγητής Pisly που επισκέφθηκε την Κρήτη πριν από την Επανάσταση του 1821 αναφέρει οι Αιγύπτιοι που ασκούσαν την κατοχή της Κρήτης έσφαζαν, έκαιγαν, πωλούσαν Κρητικούς ως δούλους και τους ανάγκαζαν σε εξισλαμισμό. Παιδιά μικρότερα των 5 ή 10 ετών αναγκάζονταν να αλλάξουν θρησκεία με την πειθώ και τη βία. Ο Pisly αναφέρει ότι η Κρήτη υπέφερε χειρότερα από την υπόλοιπη Ελλάδα και διότι ήταν αποκομένη γεωγραφικά αλλά και λόγω της γεναιότητας των Κρητών[8].
Στις παραμονές της Επανάστασης του 1821, λόγω της Τουρκικής αποίκισης και των εξισλαμιστικών πρακτικών, Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί υπολογίζονταν ως σχεδόν ίσοι πληθυσμιακά. Οι Κρήτες επαναστάτησαν τον Ιούνιο του 1821. Από τα πρώτα θύματα της Επανάστασης ήταν ο επίσκοπος Κισσάμου Άνθιμος ο οποίος παραδόθηκε από τον διοικητή των Χανίων σε ισλαμικό όχλο και κατακρεουργήθηκε. Ακολούθησε σφαγή περίπου 30 χριστιανών στα Χανιά την 17η Ιουνίου 1821, κατά τη διάρκεια μουσουλμανικής θρησκευτικής εορτής. Με έγγραφο της 20 Μαΐου 1822 κηρύχθηκε η ίδρυση "Προσωρινής Πολιτείας της Κρήτης" και θεσπίστηκε ο καταστατικός της χάρτης. Μετά τις αρχικές επιτυχίες της επανάστασης και επειδή ο η Οθωμ. Αυτοκρατορία ήταν απασχολημένη με την Επανάσταση στην λοιπή Ελλάδα, κάλεσε βοήθεια από την Αίγυπτο, οπότε τον Μάιο του 1822 αποβιβάστηκε στρατός από τον Αιγυπτιακό στόλο. Η επανάσταση στην Κρήτη συνεχίστηκε αμφίρροπη και σχεδόν κατεστάλη το 1824. Ακολούθησαν σκληρά αντίποινα κατά των Κρητών με σφαγές και λοιπές βιαιοπραγίες (Τσοκόπουλος, σελ. 10 κ.ε.)(Ζαμπέλιος, σελ. 410 κ.ε.). Έγινε νέα κήρυξη επανάστασης τον Ιούλιο του 1825 όταν επανήλθαν Κρήτες από την Ελλάδα και κατέλαβαν το φρούριο της Γραμβούσας. Το 1830, ενώ σχεδόν ολόκληρη η Κρήτη βρισκόταν στα χέρια των επαναστατών, υπογράφηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το οποίο άφηνε τη νήσο εκτός του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους. Ευρωπαϊκός στόλος υποχρέωσε τους Κρήτες να αποδεχθούν τη συμφωνία. Ο Σουλτάνος παρεχώρησε την Κρήτη στον αντιβασιλέα Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου αντί 20 εκατομμυρίων γροσίων. Έτσι η Κρήτη έπεσε σε Αιγυπτιακή κατοχή έως το 1840, οπότε μετά από αποτυχημένη επανάσταση του Μεχμέτ Αλή κατά του Σουλτάνου, η Κρήτη ήλθε και πάλι υπό Οθωμανική κατοχή. Οι Κρητικοί μή αντέχοντας την Τουρκική κατοχή επαναστάτησαν επανειλλημένα με κυριώτερες επαναστάσεις το 1841, το 1858, το 1866-1869 και το 1897-1898. Τελικά, το 1897, μετά τη δολοφονία του Βρετανού πρόξενου στα Χανιά και μερικών προξενικών φρουρών από τις τουρκικές αρχές, στόλοι της Βρετανίας, της Γαλλίας, τηςΡωσίας και της Ιταλίας κατέπλευσαν στην Κρήτη θέτοντας τέλος στην Οθωμανική κυριαρχία.

Η Κρητική νήσος ανακηρύχθηκε ως αυτόνομο[9][10] κράτος με το όνομα «Κρητική Πολιτεία», υπό τη διοίκηση του Πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδας. Κήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα και κατάργησε την αρμοστεία στις 12 Οκτωβρίου 1908 (στις 25 Οκτωβρίου με το νέο ημερολόγιο) μετά την αποδοχή των Κρητών βουλευτών από την Ελληνική βουλή[11]και την ανάληψη καθηκόντων διοικήσης από τον Στέφανο Δραγούμη ως γενικό διοικητή, όντας απεσταλμένος από την Ελλάδα .[11][12] και αναγνωρίστηκε τελικώς η ένωση με την υπόλοιπη χώρα από τις υπόλοιπες χώρες με τη Συνθήκη του Λονδίνου μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13 . Υπολογίζεται πως κατά την ένωση οι Έλληνες αποτελούσαν το 90% των κατοίκων της Κρήτης.

Ο εξισλαμισμός των Κρητών [Επεξεργασία]

Μετά την κατάληψη από τους Οθωμανούς οι τοπικοί υπάλληλοι και διοικητές άρχισαν να επιβάλλουν βαρειά φορολογία στους Κρήτες, παρ' όλο που τα σουλτανικά διατάγματα πρόβλεπαν το αντίθετο. Ταυτόχρονα οι Οθωμανοί καταπίεζαν με κάθε τρόπο τον χριστιανικό πληθυσμό, απάγοντας και κακοποιώντας τις γυναίκες, φονεύοντας, απαιτώντας χρήματα και εμποδίζοντας την τέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων. Λόγω αυτής της βίας πλείστοι χριστιανοί αναγκάστηκαν να ασπασθούν τον ισλαμισμό, ώστε να περισώσουν την περιουσία τους και την οικογενειακή τους τιμή. Ο Γάλλος βοτανολόγος και περιηγητής Tournefort που επισκέφθηκε την Κρήτη το 1700 αναφέρει ότι "όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι είναι εξωμότες (μπουρμά) ή τέκνα εξωμοτών". Η τουρκική λέξη "μπουρμά" σημαίνει "αυθάδης, θρασύς" και έτσι ονόμαζαν οι Τούρκοι τους εξωμότες γιατί από τον υπερβάλλοντα ζήλο του νεοφώτιστου φέρονταν χειρότερα προς τους Χριστιανούς απ' ό,τι οι Τούρκοι. Ο Πουκεβίλ εκτιμά ότι περίπου 60.000 άλλαξαν θρήσκευμα μέσα στην πρώτη δεκαετία από την Οθωμανική κατάκτηση. Πολλοί από αυτούς που εξισλαμίζονταν τηρούσαν μόνο επιφανειακά τη μουσουλμανική θρησκεία, ενώ διατηρούσαν ακόμα και το χριστιανικό τους όνομα. Όσοι παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί γνωρίζονταν μεταξύ τους και συνεννούντο με μυστικότητα, ενώ έκαναν κρυφά βαπτίσεις, γάμους και άλλες χριστιανικές τελετές. Πολλοί συν τω χρόνω εθίστηκαν στον τρόπο ζωής των Τούρκων και εξισλαμίστηκαν πλήρως. Άλλοι διατήρησαν το χριστιανικό θρήσκευμα, όπως η μεγάλη οικογένεια των Κουρμούληδων που προσέφεραν πολλά στον αγώνα για την απελευθέρωση.[13] Αναφέρται ότι ολόκληρα χωριά του Σελίνου και Μονοφατσίου, οι κάτοικοι μαζί με τους ιερείς, πήγαιναν στα Χανιά ή το Ηράκλειο και δήλωναν ότι ασπάζονται τον Μωάμεθ. Μερικές φορές η προσέλευση ήταν τόσο μαζική ώστε οι ιμάμηδες δεν προλάβαιναν να τελέσουν τις σχετικές τελετές και αρκούνταν στη φράση: "Άϊντε, Τούρκος" (Ζαμπέλιος, σ. 287, 288).
Το 1855 με σουλτανικό φιρμάνι επιβλήθηκε ο σεβασμός όλων των θρησκειών στην Αυτοκρατορία και τότε πολλοί Κρητικοί που είχαν επιφανειακά εξισλαμισθεί επανήλθαν στον Χριστιανισμό[14].

Tags: ιστορία κρήτης